Παθογόνο αίτιο: Pyrenophora teres, με ατελή μορφή: Drechslera teres
Περιγραφή:
Ο Pyrenophora teres είναι ένας πολύ ισχυρός μύκητας. Τα ψευδοθήκια του μύκητα ( 0.5mm διάμετρο) δημιουργούνται στην επιφάνεια των μολυσμένων ιστών του φυτού η και μερικές φορές μέσα στους ιστούς. Έχουν σκούρο καφέ χρώμα, σχήμα σφαιρικό και φέρουν μια μακριά αγκαθωτή έκφυση. Τα ασκοθήκια είναι κυλινδρικά και φέρουν 8 ασκοσπόρια σε δύο σειρές. Τα κονίδια είναι υαλώδη και έχουν 5 – 6 ενδοκυτταρικά χωρίσματα.
Ξενιστές:
Το κριθάρι ( και όλες οι καλλιεργούμενες και άγριες ποικιλίες του είδους Hordeum genera).
Διάδοση και σημασία:
Η δικτυωτή κηλίδωση του κριθαριού, είναι μια συνηθισμένη ασθένεια που καταστρέφει τη φυλλική επιφάνεια. Η ασθένεια βρίσκεται συνήθως σε νεαρά φυτά που έχουν σπαρθεί το φθινόπωρο και σε φυτά εθελοντές προς το τέλος του φθινοπώρου και νωρίς την άνοιξη. Η απώλεια της παραγωγής είναι ανάλογη με το ποσοστό καταστροφής της φυλλικής επιφάνεια των δυο κορυφαίων φύλων. Η μέση απώλεια παραγωγής είναι περίπου 1.5%. Έχουν αναφερθεί όμως και απώλειες της τάξης του 50% σε πολύ ευαίσθητες ποικιλίες και κάτω από πολύ ευνοϊκές συνθήκες. Η Δικτυωτή κηλίδωση του κριθαριού μειώνει τον αριθμό των σπόρων και την ποιότητα του ζύθου μειώνοντας την ποσότητα των υδρογονανθράκων των σπόρων.
Συμπτώματα:
Αρχικά μικρά τραύματα εμφανίζονται τα οποία μοιάζουν με μικρές κηλίδες η λωρίδες. Ανοιχτόχρωμες καφέ κηλίδες που φέρουν σκούρο καφέ σχέδιο που μοιάζει με δίχτυ δημιουργούνται στα φύλα, στους κολεούς και στα λέπυρα (Β30-Δικτυωτή κηλίδωση του κριθαριού). Οι προσβεβλημένες περιοχές συνήθως περιβάλλονται από χλωρωτικές περιοχές και μερικές φορές από νεκρό ιστό. Οι κηλίδες μπορεί να μεγαλώσουν και να ενωθούν σχηματίζοντας σκούρες καφέ λωρίδες. Μια άλλη μορφή δικτυωτής κηλίδωσης μπορεί επίσης να βρεθεί σε μερικές περιοχές. Οι κηλίδες που προκαλεί είναι σκούρες καφέ ελλειπτικές και περιβάλλονται από μια χλωρωτική περιοχή. Τα συμπτώματα μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με τη ποικιλία και τις κλιματικές συνθήκες.
Βιολογικός κύκλος:
Ο μύκητας διαχειμάζει στο σπόρο ή στα υπολείμματα της καλλιέργειας ως χλαμυδοσπόριο η περιθήκιο. Ο μύκητας μπορεί επίσης να βρεθεί στο σπόρο με τη μορφή μυκηλίου. Το μυκήλιο προσβάλει απευθείας τη κολεοπτίλη. Δια μέσω του σπόρου η ασθένεια μπορεί να διαδοθεί από μια γεωγραφική περιοχή σε μια άλλη. Η επιδημίες συνήθως ξεσπούν μεταξύ του σταδίου του φουσκώματος και της εμφάνισης του στάχυ. Τα σπόρια που παράγονται στα μολυσμένα φυτά είναι υπεύθυνα για τις καταστροφικές δευτερογενής μολύνσεις μέσα στη καλλιέργεια. Η παραγωγή των σπορίων και η μολυσματική τους ικανότητα ευνοείται από υψηλή σχετική υγρασία και θερμοκρασίες γύρω στους 20 °C. Η βλάστηση των κονιδίων απαιτεί πολύ υψηλές τιμές σχετικής υγρασίας με μια μεγάλη κλίμακα θερμοκρασιών (3-31 °C) και βέλτιστο μεταξύ του 18 – 24 °C. Κατά τη διάρκεια της επιδημίας η εκκόλαψη διαρκεί 4 μέρες στους 20 °C. Η προσβολή των σποριόφυτων είναι μεγαλύτερη με ψυχρό και υγρό καιρό (10-15°C ). Τα περιθήκια σχηματίζονται στη καλαμιά μετά το θερισμό.
Καταπολέμηση:
Για να αποφύγουμε την εξάπλωση της ασθένειας τα παρακάτω καλλιεργητικά μέτρα είναι απαραίτητα: χρησιμοποίηση ανθεκτικών ποικιλιών όπου είναι δυνατόν, όργωμα των υπολειμμάτων της καλλιέργειας και καταστροφή των φυτών εθελοντών (που αποτελούν της πρωτογενής εστίες μόλυνσης), αποφυγή σποράς σε καλαμιά χωρίς να προηγηθεί όργωμα, εφαρμογή ισορροπημένης φωσφορικής λίπανσης, αποφυγή υπερβολικής αζωτούχου λίπανσης, Διετή τουλάχιστον αμειψισπορά με μη ξενιστές του μύκητα και τέλος χρήση υγιούς σπόρου όπου αυτό είναι δυνατόν.
Η πρωτογενής μόλυνση του σπόρου μπορεί να ελαττωθεί με τη χρήση μυκητοκτόνων (carboxin +thiram (vitavax200, Vitavax 2000),mancozeb (Dithane M 45, Dithane DG) tebuconazole (Raxil)) κλπ.
Η καταπολέμηση της δικτυωτής κηλίδωσης του κριθαριού μπορεί να απαιτήσει ένα ψεκασμό του φυλλώματος με μυκητοκτόνο το φθινόπωρο αν η προσβολή στα κατώτερα φύλλα ξεπεράσει το 20%. Τα φυτά θα πρέπει να παρακολουθούνται για τυχόν προσβολές και την άνοιξη. Αν η προσβολή από τη δικτυωτή κηλίδωση του κριθαριού εντοπίζεται εύκολα στον αγρό, καλό θα ήταν να γίνεται ένας ψεκασμός με μυκητοκτόνο. Τα παρακάτω μυκητοκτόνα φυλλώματος είναι κατάλληλα για τον έλεγχο των δευτερογενών προσβολών του μύκητα:propiconazole (propiconazole 250 EC), Azoxystrobin (Amistar), Epoxiconazole + Krezoxim-methyl (Jwel),carbendazim +prochloraz (Sportak Alpha), spiroxamine +tebuconazole+triamedinol (Falcon 460 EC) κτλ. Σε έντονες προσβολές η πρώτη εφαρμογή πρέπει να γίνεται στο στάδιο του πρώτου κόμβου για να καθυστερήσουμε την έξαρση της επιδημίας. Οι επεμβάσεις με μυκητοκτόνα θα πρέπει να αρχίζουν ύστερα από την καθοδήγηση του τοπικού γεωπόνου και συνήθως όταν προσβληθεί ένα από τα τρία τελευταία φύλλα.
