Νέα επιστημονικά δεδομένα για την Xylella fastidiosa

Νέα επιστημονικά δεδομένα για την Xylella fastidiosa

Σημαντική πρόοδος στην κατανόηση της Xylella fastidiosa καταγράφηκε στην Κόρδοβα, με την παρουσίαση της διδακτορικής διατριβής του ερευνητή Miguel Román Écija στο Ινστιτούτο Βιώσιμης Γεωργίας (IAS-CSIC).

Η διατριβή, με τίτλο «Βιολογία, οικολογία και επιδημιολογία της Xylella fastidiosa στην Ισπανία», παρουσιάστηκε την 1η Ιουλίου 2025 και αποτέλεσε καρπό πολυετούς έρευνας υπό την καθοδήγηση των επιστημόνων Juan A. Navas-Cortés και Blanca B. Landa del Castillo.

Η Xylella fastidiosa είναι ένα βακτήριο του ξυλώδους αγγειακού ιστού, που μεταδίδεται με έντομα φορείς και έχει τη δυνατότητα να προσβάλει πάνω από 700 φυτικά είδη. Παρότι πολλές από τις μολύνσεις είναι ασυμπτωματικές, το παθογόνο αυτό έχει σημάνει συναγερμό στην Ευρώπη, ιδιαίτερα μετά την πρώτη εμφάνισή του στην Ιταλία το 2013, προκαλώντας καταστροφές σε ελαιώνες, αμπέλια και φυτείες εσπεριδοειδών.

Η έρευνα επικεντρώθηκε στις ευρωπαϊκές φυλογενετικές ομάδες του βακτηρίου και στην παθογένεια σε καλλιέργειες όπως η ελιά και ο μύρτιλος. Δύο ισπανικά στελέχη (IVIA5901 και ESVL) μελετήθηκαν εκτενώς και αποδείχθηκαν γενετικά συγγενή κατά 99%, με τη δεύτερη να περιέχει επιπλέον δύο πλασμίδια. Παρουσίασαν χαμηλότερη ικανότητα δημιουργίας βιοφίλμ και μικρότερη παθογένεια σε σύγκριση με τα αμερικανικά στελέχη, στοιχείο που ενισχύει την υπόθεση μειωμένης επιθετικότητας των τοπικών παραλλαγών.

Κατά τη διάρκεια δοκιμών σε φυτά μύρτιλου, τέσσερα από τα έξι ευρωπαϊκά στελέχη προκάλεσαν εμφανή συμπτώματα, αλλά μόνο ένα από αυτά είχε σοβαρότητα αντίστοιχη των στελεχών αναφοράς από τις ΗΠΑ. Στις ποικιλίες ελιάς ‘Arbequina’, ‘Hojiblanca’ και ‘Picual’ δεν παρουσιάστηκαν εμφανή συμπτώματα, αν και η μόλυνση επιβεβαιώθηκε εργαστηριακά με μοριακές μεθόδους. Επιπλέον, με χρήση αισθητήρων βλάστησης έγινε δυνατή η ανίχνευση φυσιολογικών μεταβολών σε ασυμπτωματικά προσβεβλημένα δέντρα, με επίπεδα ακρίβειας άνω του 90%.

Η μελέτη της θερμοκρασιακής συμπεριφοράς του βακτηρίου έδειξε ότι δεν αναπτύσσεται κάτω από τους 10°C ή πάνω από τους 36°C, ενώ η παρατεταμένη έκθεση σε θερμοκρασίες άνω των 36°C ήταν θανατηφόρα. Αντίθετα, σε χαμηλές θερμοκρασίες το βακτήριο ανέστειλε τη δράση του, αλλά ανέκαμψε όταν επανήλθε σε ευνοϊκές συνθήκες. Το ξύλωμα και η ζώνη της ρίζας λειτούργησαν ως θερμικά «μαξιλάρια», διατηρώντας συνθήκες επιβίωσης για το παθογόνο σε ακραίες καταστάσεις.

Η συμβολή της διατριβής είναι διττή: αφενός, προσφέρει πολύτιμα στοιχεία για την ανάπτυξη μοντέλων πρόβλεψης κινδύνου και αξιολόγησης του εισβολικού δυναμικού νέων στελεχών· αφετέρου, υποστηρίζει τη διαμόρφωση αποτελεσματικών στρατηγικών παρακολούθησης και αντιμετώπισης στο μεσογειακό περιβάλλον. Η διεπιστημονική προσέγγιση ενισχύει τον διάλογο ανάμεσα στην επιστήμη και την αγροτική πολιτική, προσφέροντας εργαλεία κρίσιμα για τη φυτοϋγειονομική ασφάλεια στην εποχή της κλιματικής αβεβαιότητας.

 

Πηγή: gargalianoionline.gr


Print   Email

Related Articles